λώματα

λώματα
λώ̱ματα , λῶμα
hem
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • PANNI — pro institis: Ita tunica Iosephi Gen. c. 37. v. 3. et 34. quam Graeci Interpres ποικίλον χιτῶνα reddiderunt, Latinus polymitam; Hieronym. modo polymitam, modo variam: in paraphrasi Ionathanis, Paragoda nominatur. Dicebatur autem sic vestis,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μύομμα — το ναυτ. σχοίνινος δακτύλιος ο οποίος επιδένεται σε ορισμένες θέσεις και κατά αποστάσεις πάνω στα λώματα τών ιστίων ή άλλων καλυμμάτων τού σκάφους …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”